Η Εναντίωσις – κατά τον Αριστοτέλη

Κατά τον Αριστοτέλη, αν δεν υπήρχαν τα πρωταρχικά όντα δεν θα υπήρχε τίποτα. Τα αίδια όντα υπάρχουν ενεργεία! Το δυνάμει αγαθό και το ενεργεία αγαθό έχουν και τη γεωμετρική απόδειξη. Ακολουθεί απόσπασμα από το στίχο 1055α από τα Μετά τα Φυσικά Ι΄, του Αριστοτέλη τόμος Β, Από το εδάφιο – Η Εναντίωσις. Η μετάφραση είναι από το πρωτότυπο του Νικ. Κυργιόπουλου. Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα κείμενα του Αριστοτέλη, στα Μετά τα Φυσικά.

Πολλά από αυτά που ερμήνευσαν οι φιλόσοφοι, έμειναν στην ουσία ανερμήνευτα. Όταν π.χ ο Αριστοτέλης μιλάει για λήψεις και αποβολές, στην ουσία εννοεί για πάλη δυνάμεων. Όταν μας λέει για τα άλλα εναντία είναι οι αντίθετες δυνάμεις στη γεωμετρία. Είναι εκείνα που έχουν δηλαδή κατέχουν το είδος της εναντίωσης την φτιάχνουν και εκείνα τα άλλα που είναι ικανά να την φτιάξουν. Φτιάχνουν το αντίπαλον δέος. Όταν μιλάει για το μέγιστο έσχατο που είναι το τέλειο και το οποίο από τίποτε δεν έχει ανάγκη το τέλειο, εννοεί για τις πηγές που ρέει ενέργεια. Από εκεί πηγάζουν και τα αίδια όντα που υπάρχουν ενεργεία.

Όλοι οι φιλόσοφοι είχαν δικαίωμα στις πηγές να αντλήσουν γνώση και σοφία και να μεταδοθούν αυτά όλα που τους δόθηκαν, στους ανθρώπους αλλά πολλά που ήταν άκρως προσωπικά και αφορούσαν τις εμπειρίες τους, μέσα στη μύηση και στη μάθηση, δεν τα είπαν διότι δεν είχε κανένα νόημα. Εμείς όμως οφείλουμε να ερευνάμε και να διεισδύουμε όλο και πιο βαθειά σε αυτήν την μεγάλη κληρονομιά που μας άφησαν, γιατί μέσα από εκεί αποδεικνύεται ότι κάποτε κατορθώσαμε και αγγίξαμε το τέλειο!!

Το αρχαίο πνεύμα το αθάνατο, το οποίο δεν είναι αυτό όπου πολλοί νομίζουν η αρχαία διδαχή, είναι το καθεαυτό πνεύμα το λευκό περιστέρι το οποίο συμβολίζει το άγιο πνεύμα και το οποίο συνέχισε να υπάρχει ανά τους αιώνες μέσα στον άνθρωπο και ουδέ ποτέ τον εγκατέλειψε. Ο άνθρωπος όμως σκέφτηκε δυϊστικά έβαλε ασφαλιστικές δικλίδες και έκανε διαχωρισμούς και απομακρύνθηκε από το θεό ψάχνοντας σε πλάνες και αιρέσεις να ξαναβρεί την αλήθεια. Τα αντίθετα κάποια στιγμή θα μας ξαναβάλουν στη θέση μας, αφού πρώτα έχουμε δεχθεί «θεραπεία».

 

Η Εναντίωσις

1055a «Επειδή τα διάφορα πράγματα ημπορεί να έχουν αναμεταξύ των μιαν μαγαλυτέραν και μια μικροτέραν, διαφοράν, υπάρχει και κάποια μεγίστη διαφορά, και αυτήν την λέγω εναντίωσιν. Η επαγωγή φανερώνει ότι αυτή είναι μεγίστη διαφορά. Διότι τα πράγματα που έχουν διάφορον γένος, δεν έχουν δρόμον να βαδίσουν τα μεν προς τα δε αυτά έχουν πάντοτε ολοέν μεγαλυτέραν απόστασιν αναμεταξύ των, και δεν είναι ποτέ επιδεκτικά συναντήσεως αι γενέσεις όμως αυτών όσα διαφέρουν αυτά το είδος, έχουν έσχατα αφετηριακά σημεία τα εναντία επειδή λοιπόν τα μεταξύ των εσχάτων διάστημα είναι μέγιστον, είναι μέγιστον και το μεταξύ των εναντίων διάστημα.

Πρέπει να προσθέσωμεν ότι ό,τι είς κάθε γένος είναι μέγιστον, είναι τέλειον. Διότι μέγιστον είναι ό,τι δεν ημπορεί να ξεπεραστεί και τέλειον είναι εκείνο έξω από το οποίον δεν υπάρχει πλέον τίποτε να αντιληφθής. Διότι η τελεία διαφορά έχει φθάσει είς το τέλος της, απαράλλακτα όπως και τα άλλα λέγονται τέλεια, επειδή έχουν φθάσει είς το τέλος των, έξω δε πάλιν, από το τέλος δεν υπάρχει τίποτε διότι είς κάθε πράγμα το τέλος είναι έσχατον και περιέχει το όλον δι’ αυτό δεν υπάρχει τίποτε έξω από το τέλος και τίποτε δεν έχει ανάγκην το τέλειον.

Ότι λοιπόν, η εναντιότης είναι τελεία διαφορά, τούτο έγινε φανερόν από όσα είπαμε. Επειδή όμως ο όρος εναντία λέγεται με πολλάς σημασίας, θα ακολουθήσει και η σημασία του όρου τέλειος, ανάλογα με το είδος της εναντιότητας του τυχόν δε έχουν τα εναντία. Τούτου τεθέντος είναι φανερόν ότι δεν ημπορεί να αντικρύζεται ένα πράγμα από περισσότερα του ενός εναντία διότι ούτε από το έσχατον ημπορεί να υπάρξει κάτι εσχατότερον, ούτε ένα διάστημα ημπορεί να έχει περισσότερα από δύο τελικά σημεία. Κατά τινα γενικόν τρόπον, εάν η εναντιότις είναι ολοκληρωτικώς διαφορά—κάθε όμως διαφορά υπάρχει ανάμεσα είς δύο τελικά σημεία – εξάγεται το συμπέρασμα ότι το αυτό συμβαίνει και με την τελείαν διαφοράν. Είναι ανάγκη όμως και οι άλλοι ορισμοί των εναντίων να είναι αληθινοί. Διότι βεβαίως η τελεία διαφορά έχει την μεγίστην διαφοράν.

Όμως δεν ημπορούν να υπάρχουν άλλαι διαφοραί παρά εκείναι, του γένους και του ειδους, εφ’ όσον απεδείχθη ότι δεν υπάρχει διαφορά διά πράγματα που είναι έξω από το γένος μεταξύ όμως των πραγμάτων του αυτού γένους, η τελεία διαφορά είναι η μεγίστη, και είναι έναντία, όσα εντός του αυτού γένους έχουν την περισσοτέραν απόστασιν διότι μεγίστη των διαφορά είναι η τελεία διαφορά.

Ακόμη είναι εναντία όσα, εντός του αυτού υποκειμένου που τα υποδέχεται, έχουν την πλέον μεγαλυτέραν διαφοράν. Διότι τα εναντία έχουν την αυτήν ύλην και ακόμη εναντία όσα έχουν την μεγαλυτέραν διαφοράν εντός της αυτής δυνάμεως, εντός της αυτής δυνατότητος υπάρξεως. Διότι βεβαίως μία επιστήμη έχει ως θέμα της ένα γένος, εις την περίπτωσιν δεν αυτήν η τελεία διαφορά είναι μεγίστη διαφορά.

Πρώτην εναντιωσιν αποτελούν η «έξις» και η στέρησις, όχι όμως κάθε στέρησις (διότι η δτέρησις έχει πολλάς σημασίας), αλλά όποια στέρησις είναι τελεία. Τα άλλα όμως εναντία θα τα ειπούμε εναντία με βάσιν την σημασίαν της έξεως και της στερήσεως, αλλά επειδή έχουν το είδος αυτό της εναντιώσεως, άλλα επειδή το φτιάνουν ή είναι ικανά να το φτιάσουν, και άλλα επειδή είναι λήψεις και αποβολαί μιας εναντιότητος αυτού του είδους ή ενός άλλου είδους». (ΑριστοτέλουςΤα Μετά τα Φυσικά Ι΄, 1055a, σελ. 115-116).

της Μαρίας Σ. Άνθη
Απόσπασμα από το κεφ. 6, του Βιβλίου
«Ως δια μαγείας και… κατά γράμμα».
Ηλεκτρονική έκδοση 2013.

Επανέκδοση το 2019,  ISBN: 978-960-597-218-9

Εκδόσεις Λεξίτυπον

 

 

Στιγμιότυπα από τη διάλεξη στο ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ με θεμα: “Η Εναντίωσις κατά τον Αριστοτέλη στα Μετά τα Φυσικά”.  Την Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2020

 

 

 

             

 

 

Post Author: athensupdategr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *